Σαν όνειρο θυμάμαι την πρώτη φορά που ένα φυλλάδιο της εκκλησίας του Ιεχωβά έπεσε στα χέρια μου. Ήταν από αυτά που "πλανόδιοι πιστοί" αφήνουν στα μαγαζιά και στα σπίτια, τόσο στην επαρχία, όσο και στη πόλη. Προερχόμενος από μία οικογένεια που ασπάστηκε (ή μάλλον - δεν απέταξε ποτέ) τον ορθόδοξο χριστιανισμό, ήμουν πολύ τυχερός που το είδα πριν πεταχτεί από τον γραφείου του πατέρα μου. Μία από τις βασικές αρχές της εκκλησίας τους ήταν ότι κάθε παιδί πρέπει να βαπτίζεται στην ηλικία των 18 και όχι πιο πριν. Τότε δηλαδή που μπορεί (μάλλον) να καταλάβει τι σημαίνει δόγμα, θρησκεία και όλα τα υπόλοιπα...
--
Μία από τις πρώτες μου ανησυχίες σαν έφηβος ήταν αυτή του "κοινωνικού μεγαλώματος" και των κοινωνικών επιρροών. Όσων δηλαδή "μεγαλώνουν" ένα παιδί χωρίς να το καταλαβαίνει. Η οικογένειά του, οι πρώτες τους εμπειρίες στο σχολείο, το μέρος όπου μεγαλώνει, ένας τρελός θείος και μια "αυτο-εξόριστη φοιτήτρια" ξαδέρφη που επισκέπτεται πολύ σπάνια το χωριό. Αυτά που κανείς δεν μπορεί να ελέγξει, να περιορίσει και να καταγράψει. Οι ασυνείδητες πατηματσιές που αφήνουν πάνω του οι αμέτρητες "εμπειρικές σταγόνες".
Αρκετά μικρός κατάλαβα ότι είμαι - όπως και όλοι μας - ένα κολάζ ανθρώπων, τραγουδιών, εορταστικών επετείων, κομπλεξικών δασκάλων... και ούτω καθ' εξής... Είναι αστείο πως πολλές φορές μπορώ να βρω αυτά τα κομμάτια - άλλων ανθρώπων - στη δική μου προσωπικότητα και σκέψη. Και αποτελεί ύψιστο κατόρθωμα ευσυνειδησίας αν μπορέσεις ποτέ να διακρίνεις τι γωνίες τους και το σχήμα τους στην προσωπική σου υπόσταση.
Μου είπαν κάποτε πως ο Κάφκα έγραψε για αυτό. Διάβασα κι εγώ βιβλία του αλλά δεν μου εξήγησε τίποτε άλλο απο το ίδιο του το κομφούζιο για αυτό το πρόβλημα.
Πάντα αναρωτιόμουν πόσοι να είναι αυτοί που μπορούν να καταλάβουν ποιοι πραγματικά είναι... Ακόμη δεν γνώρισα έναν...
Πήγα στο σπίτι της γιαγιάς μου το απόγευμα για να πιούμε καφέ. Τα παράπονα στο τηλέφωνο ήταν μόνιμα: «Δεν έρχεσαι να με επισκεφτείς. Γαϊδούρι. Και λέω στις φιλενάδες μου ότι ο εγγονός μου είναι εδώ αλλά δεν τον είδα γιατί δεν έρχεται. Πόσες γιαγιάδες έχεις; Ε;». Και η αλήθεια είναι ότι μου χτυπάει όλες τις ευαίσθητες χορδές με κάτι τέτοια. Πάντα έτσι ήταν η γιαγιά...
Ανέβηκα λοιπόν τις στραβοχτισμένες σκάλες στο σπίτι της στη πλατεία του χωριού. Πόσο γνώριμες αυτές οι σκάλες. Όταν μπήκα χαμογέλασε, «άντε ρε παλικάρι μου», χαμήλωσε την τηλεόραση να παίζει στο βάθος – καλύτερα να μην κλείσει – και μου έφτιαξε σκέτο ελληνικό καφέ συνοδευόμενο με παροτρύνσεις για οποιοδήποτε γλυκό του κουταλιού μπορείς να φανταστείς (κεράσι, πορτοκάλι κτλ κτλ). Αδύναμος στην αντίσταση, συναίνεσα στο γλυκό κεράσι (ή μήπως ήταν ροδάκινο;).
Στο σκρίνιο όπου φιλοξενείται η τηλεόραση και τρία σετ ποτηριών και μπολ είναι αραδιασμένες φωτογραφίες της οικογένειας. Των τριών γιων της – που έχει παράπονο που δεν πάνε να την δουν – των 6 εγγονών, του παππού του Γιάννη και πάμε πάλι από την αρχή. Νύφες και χαρούμενα πρόσωπα με περισσότερα και πιο σκούρα μαλλιά από ότι έχουν τώρα όταν τους συναντώ μαζεμένους στις οικογενειακές μαζώξεις. Στον αριστερά τοίχο βασιλεύει μια πανέμορφη φωτογραφία του παππού και της γιαγιάς με όλα τα έξι εγγόνια – μοναδική στο είδος της και επαναλαμβανόμενη στα σπίτια όλων των ενδιαφερομένων. Και πιάσαμε παλιά κουβέντα για παλιά χρόνια. Σηκώθηκε και έφερε το άλμπουμ με τις φωτογραφίες από το μέσα δωμάτιο και αρχίσαμε να τις αραδιάζουμε και να τις κοιτάμε. Μέσα σε αρραβώνες, γάμους, βαφτίσια και χρωματικά πανέμορφες εκδρομές των δεκαετιών του ’60 και του ’70 ήταν και μια φωτογραφία του παππού του Γιάννη. Μια φωτογραφία που από τότε έμεινα κολλημένη στο μυαλό μου και δεν μπορώ να την ξεχάσω. Ο Γιάννης ο Αλβανόπουλος ο πρεσβύτερος φοράει ένα σορτσάκι, παντόφλες και ένα κοντομάνικο πουκάμισο. Είναι ξαπλωμένος ολόκληρος σε μια πλατεία στην Αθήνα όπου είχαν πάει εκδρομή με τη Θεανώ Αλβανοπούλου ,την πρεσβύτερη, και ταΐζει χαμογελαστός τα περιστέρια φορώντας ένα παλιομοδίτικο ζευγάρι γυαλιών ηλίου και χαμογελώντας στον άγνωστο φωτογράφο. «Να όλο έτσι γυρνούσε ο παππούς. Του έλεγα βάλε βρε κανένα ρούχο καλό. Και μου έλεγε “τι σε νοιάζει ρε γυναίκα, αφού δεν με ξέρει κανείς εδώ” και γυρνούσε με γυμνά τα ποδάρια έξω σε ολόκληρη Αθήνα», είπε η γιαγιά. Δεν το περίμενα μια τόση δα φωτογραφία να μου κάνει τόσο εντύπωση. Ξύπνησαν μέσα μου κομμάτια του εαυτού μου που είχα ξεχάσει και άλλα τόσα που δεν είχα ανακαλύψει, αλλά απέφυγα να της το πω από ντροπή. Βλέπεις, αυτή η φωτογραφία εμπεριέχει όλα όσα ήταν και έδωσε στις επόμενες γενιές ο Γιάννης ο Αλβανόπουλος. Όλα όσα έδωσε σε μένα. Το ποιος είμαι και από που έρχομαι έγινε ξαφνικά πιο ξεκάθαρο από ποτέ. Τώρα ήξερα τι με νοιάζει, τι με ενδιαφέρει και το τι με κάνει ευτυχισμένο. Μέσα από μια φωτογραφία. Δυστυχώς έχω ξεχάσει τη μυρωδιά του αλλά θυμάμαι πολύ καλά την φωνή του και την παρουσία του. Υποσχέθηκα - ξανά - στον ευατό μου ότι θα επισκέπτομαι πιο συχνά την γιαγιά... --
"Εγωίσταρε", είπα μέσα μου όταν τέλειωσα το κείμενο.
Υπάρχει κάτι μοναδικό και ενδιαφέρον – μια εκπληκτική ομοιότητα – που ενώνει εμένα και τον συγγενή εξ αίματός μου, φίλο και αδερφό μου. Είναι κάτι που στον έξω κόσμο μεταφράζεται ως μια χαρωπή ιδιαιτερότητα, ένα αστείο, ίσως μια δόση βλακείας που δεν αρμόζει σε σοβαρούς ανθρώπους που στέκουν στα καλά τους. Θα πρέπει να παραδεχτώ ότι η προέλευση αυτού το χαρακτηριστικού εντοπίζεται σίγουρα κάπου στις κοινές μεταβλητές της παιδικής μας ηλικίας.
Το χαρακτηριστικό αυτό είναι η ιδιαίτερη μας ευαισθησία στο κιτς, το οποίο μας διασκεδάζει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη καλλιτεχνική έκφανση στο κόσμο. Μα δεν είναι μόνο η διασκέδαση. Είναι η αποδοχή του κιτς σαν κάτι απίστευα ζωντανό και γεμάτο ενέργεια. Είναι το κιτς σαν μέσο επικοινωνίας, σαν μέσο καταστροφής της ρουτίνας και του αναμενόμενου.
Τι εννοώ όμως «κιτς»; Τι σημαίνει «κιτς»; (Ο Κούντερα έχει μια φανταστική παρομοίωση στο «Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι» αλλά (i) το βιβλίο το έχω χάσει κάπου και (ii) προτιμώ να το πω με δικά μου λόγια). Το «κιτς» είναι η αθέλητη παρέκκλιση και ο μη προσχεδιασμένος αντικομφορμισμός από οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί ως το πλέον αναμενόμενο από την σύγχρονη κοινωνική αισθητική. Το «σύγχρονος» εδώ έχει μεγάλη σημασία και συνδέεται με το γεγονός ότι τα περισσότερα κιτς στοιχεία έχουν να κάνουν με τάσεις, ιδέες, λέξεις, μουσικές και εικόνες από το πρόσφατο και απτό παρελθόν μας (η βάτα της Δήμητρας Λιάνη- Παπανδρέου, το μαλλί της Καίτης Γαρμπή πριν από 15 χρόνια, οι στίχοι, η μουσική και η φάλτσα φωνή του Χρήστου Κυριαζή και άλλα...).
(Καλά, για να μην παρεξηγηθούμε κιόλας, το μαλλί της Καίτης Γαρμπή δεν μας έχει νοιάξει και πολύ...)
Δεν θυμάμαι πότε άρχισα να αγαπώ το κιτς και να το θαυμάζω. Μάλλον ήταν όταν η αισθητική μου είχε ήδη παίξει σε repeat - πάμπολλες φορές - όλες τις γνωστές πατέντες που υπήρχαν στην μουσική, στο σινεμά, στη ζωγραφική, στη λογοτεχνία (εξαιρώ τον Τ. Ρόμπινς του οποίου οι πατέντες είναι μόνο και μόνο ευχάριστες – ακριβώς γιατί φλερτάρουν τόσο πολύ με την παρέκκλιση του ρεαλισμού)... Με άλλα λόγια, το κιτς αντιπροσωπεύει την δική μας λύση από τα αδιέξοδα της σύγχρονης τέχνης. Ναι είναι τόσο βαθύ όσο ακούγεται...
Πηγαίνοντας λίγο πιο βαθιά και σε σχέση με τον χαρακτήρα, τον δικό μου και του αδερφού μου, το κιτς είναι για μένα μια καθαρή απόδειξη ότι η ανησυχία που κρύβουμε μέσα μας είναι έξω από τα όρια των κοινών διαστάσεων– είναι μια ανησυχία μαζί αέναη και ακίνητη, λαμπερή και σκοτεινή. Μια ανησυχία που της λείπει ξεκάθαρα η κατεύθυνση – και αυτό την κάνει τόσο μαγική (εντελώς δικό μου και αυτό – άτσα).
Τελευταία μεγάλη ανακάλυψη, το «Εγώ δεν σου πα σ’αγαπώ», ένα κομμάτι των 2002 GR που γράφτηκε κάπου εκεί στην δεκαετία του ’80. Τώρα αν αυτό για σένα είναι απλώς ένα αστείο, κάτι χαρωπό... για εμάς είναι το αποκορύφωμα της τέχνης...