Brothers in life and art
Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012Υπάρχει κάτι μοναδικό και ενδιαφέρον – μια εκπληκτική ομοιότητα – που ενώνει εμένα και τον συγγενή εξ αίματός μου, φίλο και αδερφό μου. Είναι κάτι που στον έξω κόσμο μεταφράζεται ως μια χαρωπή ιδιαιτερότητα, ένα αστείο, ίσως μια δόση βλακείας που δεν αρμόζει σε σοβαρούς ανθρώπους που στέκουν στα καλά τους. Θα πρέπει να παραδεχτώ ότι η προέλευση αυτού το χαρακτηριστικού εντοπίζεται σίγουρα κάπου στις κοινές μεταβλητές της παιδικής μας ηλικίας.
Το χαρακτηριστικό αυτό είναι η ιδιαίτερη μας ευαισθησία στο κιτς, το οποίο μας διασκεδάζει περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη καλλιτεχνική έκφανση στο κόσμο. Μα δεν είναι μόνο η διασκέδαση. Είναι η αποδοχή του κιτς σαν κάτι απίστευα ζωντανό και γεμάτο ενέργεια. Είναι το κιτς σαν μέσο επικοινωνίας, σαν μέσο καταστροφής της ρουτίνας και του αναμενόμενου.
Τι εννοώ όμως «κιτς»; Τι σημαίνει «κιτς»; (Ο Κούντερα έχει μια φανταστική παρομοίωση στο «Η Αβάσταχτη Ελαφρότητα του Είναι» αλλά (i) το βιβλίο το έχω χάσει κάπου και (ii) προτιμώ να το πω με δικά μου λόγια). Το «κιτς» είναι η αθέλητη παρέκκλιση και ο μη προσχεδιασμένος αντικομφορμισμός από οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί ως το πλέον αναμενόμενο από την σύγχρονη κοινωνική αισθητική. Το «σύγχρονος» εδώ έχει μεγάλη σημασία και συνδέεται με το γεγονός ότι τα περισσότερα κιτς στοιχεία έχουν να κάνουν με τάσεις, ιδέες, λέξεις, μουσικές και εικόνες από το πρόσφατο και απτό παρελθόν μας (η βάτα της Δήμητρας Λιάνη- Παπανδρέου, το μαλλί της Καίτης Γαρμπή πριν από 15 χρόνια, οι στίχοι, η μουσική και η φάλτσα φωνή του Χρήστου Κυριαζή και άλλα...).

(Καλά, για να μην παρεξηγηθούμε κιόλας, το μαλλί της Καίτης Γαρμπή δεν μας έχει νοιάξει και πολύ...)
Δεν θυμάμαι πότε άρχισα να αγαπώ το κιτς και να το θαυμάζω. Μάλλον ήταν όταν η αισθητική μου είχε ήδη παίξει σε repeat - πάμπολλες φορές - όλες τις γνωστές πατέντες που υπήρχαν στην μουσική, στο σινεμά, στη ζωγραφική, στη λογοτεχνία (εξαιρώ τον Τ. Ρόμπινς του οποίου οι πατέντες είναι μόνο και μόνο ευχάριστες – ακριβώς γιατί φλερτάρουν τόσο πολύ με την παρέκκλιση του ρεαλισμού)... Με άλλα λόγια, το κιτς αντιπροσωπεύει την δική μας λύση από τα αδιέξοδα της σύγχρονης τέχνης. Ναι είναι τόσο βαθύ όσο ακούγεται...
Πηγαίνοντας λίγο πιο βαθιά και σε σχέση με τον χαρακτήρα, τον δικό μου και του αδερφού μου, το κιτς είναι για μένα μια καθαρή απόδειξη ότι η ανησυχία που κρύβουμε μέσα μας είναι έξω από τα όρια των κοινών διαστάσεων– είναι μια ανησυχία μαζί αέναη και ακίνητη, λαμπερή και σκοτεινή. Μια ανησυχία που της λείπει ξεκάθαρα η κατεύθυνση – και αυτό την κάνει τόσο μαγική (εντελώς δικό μου και αυτό – άτσα).
Τελευταία μεγάλη ανακάλυψη, το «Εγώ δεν σου πα σ’αγαπώ», ένα κομμάτι των 2002 GR που γράφτηκε κάπου εκεί στην δεκαετία του ’80. Τώρα αν αυτό για σένα είναι απλώς ένα αστείο, κάτι χαρωπό... για εμάς είναι το αποκορύφωμα της τέχνης...
--