"Can I have a sparkling water please? Yes, the one with the bubbles."
Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2008Το post λοιπόν αυτό γράφεται από το γραφείο μου. Στον δέκατο πέμπτο όροφο του ΙΤΟ-Toren (η ζωή μου από πύργο σε πύργο τα τελευταία δύο χρόνια). Όλοι σιγά σιγά μαζεύουν τα πράγματά τους για να αποχωρίσουν από το γραφείο. Κουστούμια πάνε πέρα δώθε και το δικό μου σακάκι κρεμασμένο στη καρέκλα πίσω μου. Ένα ποτήρι τσάι στο πλάι, Flash FM στα αυτιά με ειδήσεις από την Ελλάδα και πάμε...
Τι να πρωτογράψω για τις τελευταίες μέρες; Το βρήκα. Θα γράψω για τη γιαγιά μου. Η γιαγιά μου η Δέσποινα είναι από το Δοξάτο της Δράμας. Μεγάλωσε σαν ντόπια με τους ήχους από τις καντάδες και της γειτονιές με τα λουλούδια (ναι έτσι ήταν τότε). Ο παππούς μου την αγάπησε από τη πρώτη στιγμή που την είδε. Όταν έπρεπε να καταταχτεί στον στρατό, έπεσε βαριά άρρωστος που θα έφευγε μακριά της και πέρασε μέρες στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο στην Αθήνα με μία φωτογραφία της κάτω από το μαξιλάρι του. Κι αυτή τον αγαπούσε. Όταν απολύθηκε, την έκλεψε. Την παντρεύτηκε και κάνανε δύο παιδιά. Τη μάνα μου και τον θείο μου τον Δημήτρη.
Η γιαγιά μου είναι μία καταπιεσμένη καλλιτεχνική προσωπικότητα με μεγάλο ταλέντο στο τραγούδι, από αυτές που αν είχαν τη τύχη να γεννηθούν σε πόλη (τότε το '40) θα είχαν καταλήξει είτε αστέρια του τραγουδιού είτε "ντίβες" του λιμανιού. Τα τελευταία χρόνια κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών της διακοπών στη Πέραμο συστήνεται σαν Μπέτυ. Έχει γίνει γνωστή στη τοπική ορχήστρα που παίζει κάθε βράδυ στο κάμπινγκ ως "η Μπέτη με τις φίλες της". Κάθε βράδυ αρπάζει το μικρόφωνο και δίνει το δικό της σόου για να μας περιγράψει την άλλη μέρα πως την παρακαλούσαν οι θεατές της να πει ακόμα ένα τραγούδι και πόσο ωραία λέει αυτό και το άλλο τραγούδι.
"Αχ, εγώ έπρεπε να γίνω τραγουδίστρια αλλά που εκείνα τα χρόνια."
Αυτή είναι η χαρά της. Το τραγούδι.
Η γιαγιά μου η Δέσποινα όμως έχει και ένα άλλο χαρακτηριστικό, για το οποίο και ξεκίνησα να γράφω γι' αυτήν. Σπάνια μιλάμε στο τηλέφωνο (και θα αλλάξει αυτό) αλλά όταν το κανουμε, δεν προλαβαίνω να της πω κουβέντα. Βλέπεις, η απόσταση της φαίνεται τόσο μακρινή που η συζήτηση είναι κάπως έτσι:
-Ναι;
-Εγώ είμαι γιαγιά.
-Αχ Γιάαανη μουυυ! Ψυχή μου.
-Τι κάνεις γιαγιά; Όλα καλ...(διακοπή).
-Αχ παιδί μου! Ψυχή μου! Να είσαι καλά αγάπη μου.
-Καλά είμαι γιαγιά. Εσείς τι...(διακοπή).
-Να προσεύχεσαι παιδί μου. Να κάνεις τον σταυρό σου στη Παναγία.
-Τι κάνετε εσείς; Τι γίνεται...(διακοπή).
-Εγώ προσεύχομαι για σένα αγάπη μου να είσαι καλά. Κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ κάνω μια προσευχή στη Παναγία και για σένα και για τον Σωτήρη να σας φυλάει και να σας έχει καλά. Να προσέχεις από τους κινδύνους ε;! Άχ, έχει παγίδα η ζωή παιδί μου. Να προσεύχεσαι.
-ΚΑΛΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΓΙΑΓΙΑ. ΕΣΕΙΣ ΤΙ...(διακοπή).
-Άντε καλά να είσαι παιδί μου. Άντε να περνάς καλά και να κάνεις στη προσευχή σου στην Παναγίτσα και τον Χριστούλη. Ο Θεούλης θα σε βοηθήσει.-Έγινε γιαγιά. Άντε να είστε καλά. Τα λέμε.
-Άντε για σου ψυχή μου. Άντε. Τα λέμε.
Η παραπάνω διακοπή στα λόγια μου οφείλεται καθαρά στο ότι όταν μιλαμε, δεν με ακούει ποτέ. Μου λέει τις ευχές της συνέχεια λες και έχω πάει στον πόλεμο φαντάρος ή θερμαστής σε Κορεάτικη φορτηγίδα. Με τα λίγα με τα πολλά, εγώ δεν μαθαίνω τελικά τι κάνει. Πως είναι ο παππούς. Πως περνάνε. Ούτε και αυτή μαθαίνει τίποτα. Αν πάει καλά η δουλειά. Αν περνάω καλά. Αν μου κλέψανε το κινητό.
Αυτές οι συνομιλίες με κάνουν να νοιώθω ότι είμαι μακριά. Αυτές είναι οι συνομιλίες που μου τσιμπάνε λίγο τη καρδιά. Και το θυμήθηκα χθες και είπα πως θα το γράψω. Και το έγραψα.
Θα σας πω για τη δουλειά μια άλλη μέρα.


10 Ιανουαρίου 2008 στις 9:31 μ.μ.
Αχ, μικρέ και αθώε blogger...
Δανειζόμενος ορολογία machine learning θα σου πω πως η γιαγιά σου και κάθε άλλος μεγαλύτερός σου έχει δει και έχει καταλάβει τη ζωή πολύ πιο πολύ από σενα (και μένα).
Σε βλέπει να ανοίγεις τα φτερά σου, σε μια νέα πατρίδα, γνωρίζοντας καινούριους ανθρώποθς. Αντιλαμβάνεται πως το να ακούσεις τί κάνει ο παππούς (τα ίδια) η αυτή (τα ίδια) δεν έχει καμία αξία. Προτιμά να αφιερώσει αυτό το χρόνο να σου δείξει πως έμπρακτα σε στηρίζει (προσευχές κτλ κτλ κτλ) και όχι μόνο στα λόγια. Αυτό που ζητάει είναι να προσέχεις τον εαυτό σου. Για αυτήν το ότι την νοιάζεσαι και παίρνεις τηλέφωνο είναι ότι ακριβώς χρειάζεται