<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/platform.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar/7157270061007061295?origin\x3dhttp://panwapotahxeia.blogspot.com', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

"Can I have a sparkling water please? Yes, the one with the bubbles."

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2008

Εντάξει, η απουσία από το blogging μου έχει στοιχίσει τρομερά και μόνο όταν σου λείπει το καταλαβαίνεις. Εντοπίζω το πρόβλημα στο ότι όταν γράφω ένα post νοιώθω πρωτόγνωρα άνετα γιατί μιλάω αποκλειστικά στον εαυτό μου, τον μόνο που είμαι σίγουρος ότι θα με καταλάβει 100% και χωρίς πολλές ερωτήσεις και χαζομάρες και συμβουλές και μπλα μπλα μπλα... Κάτι σαν εξαγνισμός.

Το post λοιπόν αυτό γράφεται από το γραφείο μου. Στον δέκατο πέμπτο όροφο του ΙΤΟ-Toren (η ζωή μου από πύργο σε πύργο τα τελευταία δύο χρόνια). Όλοι σιγά σιγά μαζεύουν τα πράγματά τους για να αποχωρίσουν από το γραφείο. Κουστούμια πάνε πέρα δώθε και το δικό μου σακάκι κρεμασμένο στη καρέκλα πίσω μου. Ένα ποτήρι τσάι στο πλάι, Flash FM στα αυτιά με ειδήσεις από την Ελλάδα και πάμε...

Τι να πρωτογράψω για τις τελευταίες μέρες; Το βρήκα. Θα γράψω για τη γιαγιά μου. Η γιαγιά μου η Δέσποινα είναι από το Δοξάτο της Δράμας. Μεγάλωσε σαν ντόπια με τους ήχους από τις καντάδες και της γειτονιές με τα λουλούδια (ναι έτσι ήταν τότε). Ο παππούς μου την αγάπησε από τη πρώτη στιγμή που την είδε. Όταν έπρεπε να καταταχτεί στον στρατό, έπεσε βαριά άρρωστος που θα έφευγε μακριά της και πέρασε μέρες στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο στην Αθήνα με μία φωτογραφία της κάτω από το μαξιλάρι του. Κι αυτή τον αγαπούσε. Όταν απολύθηκε, την έκλεψε. Την παντρεύτηκε και κάνανε δύο παιδιά. Τη μάνα μου και τον θείο μου τον Δημήτρη.

Η γιαγιά μου είναι μία καταπιεσμένη καλλιτεχνική προσωπικότητα με μεγάλο ταλέντο στο τραγούδι, από αυτές που αν είχαν τη τύχη να γεννηθούν σε πόλη (τότε το '40) θα είχαν καταλήξει είτε αστέρια του τραγουδιού είτε "ντίβες" του λιμανιού. Τα τελευταία χρόνια κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών της διακοπών στη Πέραμο συστήνεται σαν Μπέτυ. Έχει γίνει γνωστή στη τοπική ορχήστρα που παίζει κάθε βράδυ στο κάμπινγκ ως "η Μπέτη με τις φίλες της". Κάθε βράδυ αρπάζει το μικρόφωνο και δίνει το δικό της σόου για να μας περιγράψει την άλλη μέρα πως την παρακαλούσαν οι θεατές της να πει ακόμα ένα τραγούδι και πόσο ωραία λέει αυτό και το άλλο τραγούδι.

"Αχ, εγώ έπρεπε να γίνω τραγουδίστρια αλλά που εκείνα τα χρόνια."

Αυτή είναι η χαρά της. Το τραγούδι.

Η γιαγιά μου η Δέσποινα όμως έχει και ένα άλλο χαρακτηριστικό, για το οποίο και ξεκίνησα να γράφω γι' αυτήν. Σπάνια μιλάμε στο τηλέφωνο (και θα αλλάξει αυτό) αλλά όταν το κανουμε, δεν προλαβαίνω να της πω κουβέντα. Βλέπεις, η απόσταση της φαίνεται τόσο μακρινή που η συζήτηση είναι κάπως έτσι:



-Ναι;
-Εγώ είμαι γιαγιά.
-Αχ Γιάαανη μουυυ! Ψυχή μου.
-Τι κάνεις γιαγιά; Όλα καλ...(διακοπή).
-Αχ παιδί μου! Ψυχή μου! Να είσαι καλά αγάπη μου.
-Καλά είμαι γιαγιά. Εσείς τι...(διακοπή).
-Να προσεύχεσαι παιδί μου. Να κάνεις τον σταυρό σου στη Παναγία.
-Τι κάνετε εσείς; Τι γίνεται...(διακοπή).
-Εγώ προσεύχομαι για σένα αγάπη μου να είσαι καλά. Κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ κάνω μια προσευχή στη Παναγία και για σένα και για τον Σωτήρη να σας φυλάει και να σας έχει καλά. Να προσέχεις από τους κινδύνους ε;! Άχ, έχει παγίδα η ζωή παιδί μου. Να προσεύχεσαι.
-ΚΑΛΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΓΙΑΓΙΑ. ΕΣΕΙΣ ΤΙ...(διακοπή).
-Άντε καλά να είσαι παιδί μου. Άντε να περνάς καλά και να κάνεις στη προσευχή σου στην Παναγίτσα και τον Χριστούλη. Ο Θεούλης θα σε βοηθήσει.


-Έγινε γιαγιά. Άντε να είστε καλά. Τα λέμε.
-Άντε για σου ψυχή μου. Άντε. Τα λέμε.



Η παραπάνω διακοπή στα λόγια μου οφείλεται καθαρά στο ότι όταν μιλαμε, δεν με ακούει ποτέ. Μου λέει τις ευχές της συνέχεια λες και έχω πάει στον πόλεμο φαντάρος ή θερμαστής σε Κορεάτικη φορτηγίδα. Με τα λίγα με τα πολλά, εγώ δεν μαθαίνω τελικά τι κάνει. Πως είναι ο παππούς. Πως περνάνε. Ούτε και αυτή μαθαίνει τίποτα. Αν πάει καλά η δουλειά. Αν περνάω καλά. Αν μου κλέψανε το κινητό.

Αυτές οι συνομιλίες με κάνουν να νοιώθω ότι είμαι μακριά. Αυτές είναι οι συνομιλίες που μου τσιμπάνε λίγο τη καρδιά. Και το θυμήθηκα χθες και είπα πως θα το γράψω. Και το έγραψα.



Θα σας πω για τη δουλειά μια άλλη μέρα.


    ==> Blogger Noulo said:

    Αχ, μικρέ και αθώε blogger...

    Δανειζόμενος ορολογία machine learning θα σου πω πως η γιαγιά σου και κάθε άλλος μεγαλύτερός σου έχει δει και έχει καταλάβει τη ζωή πολύ πιο πολύ από σενα (και μένα).

    Σε βλέπει να ανοίγεις τα φτερά σου, σε μια νέα πατρίδα, γνωρίζοντας καινούριους ανθρώποθς. Αντιλαμβάνεται πως το να ακούσεις τί κάνει ο παππούς (τα ίδια) η αυτή (τα ίδια) δεν έχει καμία αξία. Προτιμά να αφιερώσει αυτό το χρόνο να σου δείξει πως έμπρακτα σε στηρίζει (προσευχές κτλ κτλ κτλ) και όχι μόνο στα λόγια. Αυτό που ζητάει είναι να προσέχεις τον εαυτό σου. Για αυτήν το ότι την νοιάζεσαι και παίρνεις τηλέφωνο είναι ότι ακριβώς χρειάζεται

    ==> Anonymous Ανώνυμος said:

    17.1.07
    Ζουρνάς από τηλέφωνο (εδώ και 7 χρόνια)...
    Σήμερα είναι μία σημαδιακή μέρα για το χωριό μου (το Καλαμπάκι). Είναι οι τριήμερες εκδηλώσεις για τον εορτασμό του Αγίου Αθανασίου. Όπως και σε κάθε επαρχία που σέβεται τον εαυτό της και τη κουλτούρα της, οι ζουρνάδες κάνουν αισθητή τη παρουσία τους με τους ιδιόμορφους ήχους τους. Τα παιδιά τριγυρνάνε στη πλατεία κοντά στους μικροπωλητές που έχουν στηθεί στο πεζοδρόμιο.

    Οι άνδρες του χωριού ετοιμάζουν το κουρμπάνι, μία πατροπαράδοτη συνταγή ενός είδους σούπας με πληγούρι και κρέας, του οποίου τα υλικά προσφέρει οικειοθελώς όλο το χωριό. Και όσοι δεν ετοιμάζουν κουρμπάνι στα δωματιάκια δίπλα στην εκκλησία, περνούν τις ώρες τους σε κάποια ταβέρνα, είτε πραγματική είτε αυτοσχέδια (ξέρεις, τραπέζι και καρέκλα πλαστική...).

    Και εγώ και άλλοι πολλοί μεγαλώσαμε με αυτό το έθιμο. Περνούσαμε τις νύχτες κοντά στα καζάνια και την άλλη μέρα το πρωί (αύριο) στηνόμασταν στην ουρά στην πλατεία της εκκλησίας για να πάρουμε το κουρμπάνι.

    Τα τελευταία επτά χρόνια ακούω τους ζουρνάδες από το τηλέφωνο χάρη στον πατέρα μου που με παίρνει πάντα. Έχει έναν ζουρνατζή δίπλα στο τηλέφωνο και τον βάζει να τον σπάει. Πριν δύο χρόνια ήταν στον Θεσσαλονίκη. Πέρισυ ήταν στο Βόλο. Φέτος είναι στο Εδιμβούργο. Φέτος όμως κάνω μία υπόσχεση. Του χρόνου δεν θα είναι από το τηλέφωνο. Όπου και να είμαι θα κοιτάξω να είμαι εκεί τέτοιο καιρό. Έτσι για το έθιμο...

    Υ.Γ. Αγαπητέ Γιάννη το θυμάσαι το συγκεκριμένο κείμενο; Ποτέ μη δίνεις υποσχέσεις που δεν μπορείς να κρατήσεις........ Καλούς ζουρνάδες σ' 'ολο το Καλαμπάκι

    ==> Blogger Doxatinos said:

    Καλησπέρα. Πολύ καλό το κείμενο για τη γιαγιά σας... Χαιρετισμούς από το Δοξάτο...

    Ζάχαρης Βασίλης

leave a comment